ακονισμένος

[аконизмэнос] εκ. отточенный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακονισμένος" в других словарях:

  • ακαχμένος — ἀκαχμένος, η, ον (Α) 1. ο ακονισμένος (Όμ. ε 235) 2. ο οπλισμένος με κοφτερά δόντια Οππ. Κυν. 1.476). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης προελεύσεως μετοχικός τ. παρακειμένου. Η λ. προέρχεται πιθανώς από τον αναδιπλασιασμένο αρχικό τ. *ἀκ ακ σ μένος (με δάσυνση… …   Dictionary of Greek

  • ακονιστός — ἀκονιστός, ή, ὸν (Μ) [ἀκονίζω] ο ακονισμένος, τροχισμένος …   Dictionary of Greek

  • αμφήκης — ἀμφήκης, ες (Α) 1. δίκοπος, δίστομος, ακονισμένος κι από τις δύο μεριές, κοφτερός 2. (για αστραπές και κεραυνούς) οξύς, διαπεραστικός 3. (για χρησμούς) διφορούμενος, αμφίβολος 4. φρ. «ἀμφήκης γλῶσσα», γλώσσα που κόβει κατά δύο τρόπους, που μπορεί …   Dictionary of Greek

  • αυτόθηκτος — αὐτόθηκτος, ον (Α) [θήγω] αυτός που έχει ακονιστεί από μόνος του, πολύ καλά ακονισμένος …   Dictionary of Greek

  • ετερόκοπος — ἑτερόκοπος, ον (Μ) (για ξίφος) αυτός που είναι ακονισμένος στο ένα μέρος («ἑτερόκοπα ξίφη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + κοπος (< κόπτω), πρβλ. ά κοπος] …   Dictionary of Greek

  • ευήκης — εὐήκης, εὔηκες (Α) ακονισμένος καλά, αιχμηρός (α. «αἰχμής εὐήκεος», Ομ. Ιλ. β. «εὐήκεα φάσγανα», Απολλ. Ρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ήκης (< ακή «αιχμή») το η λόγω τής συνθέσεως (πρβλ. αμφ ήκης, προ ήκης κ.ά.) βλ. λ. ακ ] …   Dictionary of Greek

  • εύθηκτος — εὔθηκτος, ον (ΑΜ) καλά ακονισμένος, κοφτερός («εὔθηκτον σκέπαρνον») μσν. (για λόγο) ευθύς, εὔστοχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θηκτός (< θήγω «ακονίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • θηκτός — θηκτός, ή, όν (Α) [θήγω] ακονισμένος, κοφτερός …   Dictionary of Greek

  • οξύθηκτος — ὀξύθηκτος, ον (Α) 1. (για όπλα) ο ακονισμένος οξέως, αυτός που έχει αιχμηρή κόψη, κοφτερός 2. (για πρόσ.) μτφ. αυτός που κεντρίζεται βαθιά από πάθος, εμμανής, εξαγριωμένος. επίρρ... ὀξυθήκτως (Α) με οξύθηκτο, αιχμηρό τρόπο ή εξαγριωμένα, με μανία …   Dictionary of Greek

  • πάνθηκτος — ον, Μ (για ξίφος) ο πολύ οξύς, πάρα πολύ ακονισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + θηκτος (< θήγω «ακονίζω»), πρβλ. νεό θηκτος] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.